κειμενα

Ο πλεονασμός της αλογίας

Έναν χρόνο μετά την επίσημη και νεοπαγή εμφάνισή του στον γραφειοκρατικό λάκκο των Ευρωπαίων λεόντων, το μεγάλο πολιτικό όραμα υπομένει στωικά την διαδοχική του αποτυχία. Κι όπως ήταν αναμενόμενο, θέλει, τώρα, να επιδείξει με εξακολουθητική αφέλεια ένα ναυάγιο που λογίζεται ως καλύτερο από τα προηγούμενα. Η ευφάνταστη εκτίμησή του για την πραγματικότητα μεταχειρίζεται αντιαισθητικούς νεολογισμούς που δηλώνουν εν τέλει άτσαλα, περισσότερα από εκείνα που συνήθως υπονοούν. Η Αριστερή κυβέρνηση εδραίωσε την νομιμοφάνεια του διαλυτικού παρόντος κι επιθυμεί να δρέψει την ικανότητα της διακυβέρνησης του. «Να δημιουργήσει την αριστερή κυβερνησιμότητα» (sic).

Θέλει, δηλαδή, να καλλιεργήσει την κοινωνική συναίνεση, με την αξιοσύνη της να άρχει, δίχως να αναλογίζεται στα σοβαρά την δική της κυβέρνια από τις χοντροκομμένες διαβρώσεις που επιβάλλει κάθε ενάσκηση της κρατικής εξουσίας. Θα μπορούσε κανείς να υπενθυμίσει, σ’ αυτού του είδους την αγαθόπιστη αλαζονεία, το ακόμη νωπό παράδειγμα της τελευταίας προοδευτικής κυβέρνησης του τόπου που άφησε για μνημείο απανθρωπιάς στο κύκνειο φάλτσο της, την δημόσια διαπόμπευση εξαθλιωμένων, τοξικομανών και οροθετικών γυναικών. Ωστόσο η κυβερνητική Αριστερά εμμένει στην μεταφυσική αισιοδοξία της. Όλοι οι αμνοί που θυσιάζονται επί σφαγή ονειρεύονται την ηρωική ανάληψή τους.

Τα δύο μακρόχρονα παραδείγματα εργατικής διακυβέρνησης, σε συνθήκες ύστερου και προηγμένου καπιταλισμού, απέτυχαν παταγωδώς, ακριβώς για τον ίδιο λόγο τον οποίο η σημερινή ριζοσπαστική Αριστερά νομίζει ότι μπορεί να πετύχει· την τιθάσευση της αγοράς. Ο ΥπαρκτόςΣοσιαλισμός κατέστη ανταγωνιστικά, ο πιο αδύναμος κρίκος στον τεχνολογικά ψηφιακό εξορθολογισμό της θηριώδους παραγωγής με αποτελεσμά την οικονομική εξαΰλωση και την κοινωνική κατάρρευση. Και η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία έχτισε με την στόφα της το κράτος πρόνοιας, για να εκσυγχρονίσει τις μέχρι τότε υπανάπτυκτες κοινωνικές σχέσεις του κεφαλαίου οργανώνοντας και προγραμματίζοντας την ποσότητα της πρωτάρχικής του ουσίας· της εργασίας. Ωστόσο, ακριβώς επειδή το αληθινό περιεχόμενο αυτού του φετιχισμού παρέμεινε ακατάλυτο, οι φιλελεύθεροι σοσιαλιστές καταποντίστηκαν μέσα στις αυταπάτες τους.

Εάν το μέλημα μιας νεοτεριστικής κυβέρνησης είναι η απομείωση της ανισότητας μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας, τότε, ομολογουμένως αυτή έχει επιλέξει έναν πολύ φευγάτο τρόπο για να το κατορθώσει. Διότι η ιεράρχηση των αναγκών στρεβλώνεται από τον ασφυχτικό εναγκαλισμό της αξιακής μορφής και του εμπορεύματος πάνω στην κοινωνική ζωή. Η επανεκκίνηση της αφηρημένης οικονομίας που υποσκάπτει καταστατικά τα ίδια της τα θεμέλια, δεν δύναται να επισυμβεί ούτε με περισσότερη ισότητα, μηδέ με πιο πολύ δημοκρατία. Το εκ νέου άνοιγμα των ασκών του Αιόλου για τον παγκόσμιο καπιταλισμό βρίσκεται προ των πυλών. Οι τεχνοκρατικοί φωστήρες των Βρυξελλών θα τρέχουν οσονούπω σαν τα ακέφαλα κοτόπουλα εφόσον δεν θα υφίσταται καμία αυτοτροφοδοτούμενη ανάκαμψη στον ορίζοντα που θα αντισταθμίσει τους επικείμενους χρηματοπιστωτικούς και πετρελαϊκούς κρότους. Η πανευρωπαϊκή λιτότητα πέτυχε το θαύμα της. Οι αποπληθωριστικές πιέσεις που επέβαλλε στος αμαρτωλούς των ελλειμμάτων αρχίζουν να συμπαρασύρουν και όλους τους εξαγώγικούς της παίκτες προσθέτοντας έναν ακόμη κύκλο στην σπειροειδή εξέλιξη της παγκόσμιας κρίσης χρέους.

Κι όμως, Πέρα από το ανοίκειο της νεκρικής οικονομίας τους η ζωή οφείλει να τραβήξει το δρόμο της· και για αυτό πρέπει -άμεσα- από το βέβαιο πνιγμό, να διασωθεί. Μέσα στα χαλάσματα που αφήνουν πίσω τους οι «ρεαλιστικές» πολιτικές του μαζικού αφανισμού, οφείλουμε να περπατήσουμε με πόδια γυμνά, σαν τιμβωρύχοι, αναζητώντας εκείνα τα ζωτικά κομμάτια που θα χτίσουν από την αρχή μια δίκαιη και ελεύθερη κοινωνία.

    Ας προσπαθήσουμε. Δεν έχουμε άλλωστε τίποτα να χάσουμε που να μην έχει υπονομευτεί.

Η ομολογία πίστης στο Σύνταγμα ως ανανεωμένη μόδα του υστερικού λαϊκισμού

Βαρύγδουπες έννοιες ενσαρκώνονται ως απερίσπαστες δοξασίες που απαιτούν εξιλαστήρια ομολογία πίστης. Οι δε προσχωρήσαντες ομολογητές παρουσιάζονται με την αμφίεση αποκαθαρμένων ιεροκηρύκων που προπαγανδίζουν την μία και αναμφισβήτητη, δική τους αλήθεια. Έτσι μετά την κατάρρευση του δικομματισμού μάς προέκυψε ακόμα ένα ακαταμάχητο δόγμα προάσπισης του κοινοβουλευτισμού και της «δημοκρατίας» του, όπου ομονοούν υπέρ βωμών και εστιών, όλες οι δυνάμεις του εκλεγμένου συνταγματικού φάσματος, αντισυστημικές ή μη. Διότι θεωρείται πλήρως αντικειμενική η καταδίκη των διεφθαρμένων ηγεσιών της μεταπολίτευσης και των παρελκομένων της όπως το πελατειακό (sic) κράτος,  από την στιγμή που, προσχηματικά ή αυθόρμητα, αυτή εξασκείται εις το όνομα της Συνταγματικής νομιμότητας. Ότι ποτέ δεν υφίσταται κράτος χωρίς πελατεία, εφόσον σε κάθε εκδήλωση της  ζωής το άτομο ως συγκεκριμένη οντότητα δεν έχει την παραμικρή αξία παρά μονάχα στον βαθμό που συμμετέχει στην κατοχή χρήματος και στην κυκλοφορία του, γιατί μόνο τότε θεωρείται πολίτης, δηλαδή αλλοτριωμένος εργαζόμενος, ποσώς ενδιαφέρει – επειδή δεν περνάει καν από το μυαλό – εκείνους που καταγγέλλουν το «σάπιο» (ξανά sic) σύστημα είτε είναι εγκληματίες εθνικοσοσιαλιστές, είτε περήφανοι πατριώτες και φιλελεύθεροι ορθολογιστές, είτε σοσιαλιστές που πατάνε στη γη ή όπως επιτάσσουν οι καιροί ολίγον απολιτίκ μεν, αλλά πάντοτε κεντρώοι και προοδευτικοί, ποταμίσιοι δε, είτε ακόμα ριζοσπάστες αριστεροί ή απολιθωμένοι κομμουνιστές.

Θα μπορούσε λοιπόν άνετα να ειπωθεί ότι η πολιτική ζωή του τόπου είναι απλά για τα μπάζα, ιδιαίτερα όταν όλοι οι προαναφερόμενοι έχουν ταχθεί στους μηχανισμούς που προασπίζουν την οχλοκρατία εν είδει εξάγνισης του εκλογικού σώματος. Όταν δε η επίσημη «κωματική» πασαρέλα μπορεί να επαίρεται για το κατόρθωμα της πεποίθησής της, ως προς τους παραστρατημένους ψόφο-φόρους οι οποίοι εκφράζουν την οργή τους από την κάλπη μέχρι το ξεβρόμισμα/ξεβράκωμα του τόπου (πήξαμε στα sic) υπό την αιγίδα αδιάφθορων αντισυστημικών ναζί, τότε όλα είναι απολύτως θεμιτά, διότι το φλερτ των κομματικών παρατρεχάμενων για τα μάτια του γοητευτικού πόπολου διαρκεί έως το τέλος της επόμενης προεκλογικής περιόδου. Δεν έχει σημασία εάν αυτό το πόπολο απαρτίζεται μεταξύ άλλων από τραμπούκους και χουλιγκάνους, είτε από τηλεορασόπληκτους, τουρίστες του βίου και από θρησκόληπτους, ασκητές της μουροχαυλίασης ή σεξιστές εθισμένους στην πορνογραφία. Ούτε ότι οι δημαγωγοί του, εξάπτουν τα πλέον χαμερπή ένστικτά του με λεξιλόγιο ανάλογου αισθητικού ύφους που περικλείει μέσα του συνωμοσίες με προδότες, μασόνους και δωσίλογους. Το μοναστήρι της «δημοκρατίας» ας είναι καλά και από καλογερικά αποκόμματα, χίλια θα βρούμε, να χαϊδεύουν τα αυτάκια του κυρίαρχου λαού.

Το κανάκεμα αποτελεί φανέρωση της ομολογίας πίστης σε αυτήν τη  θεαματική κυριαρχία. Οι πάντες νομιμοποιούνται και αυτοδικαιώνονται υπερασπιζόμενοι την Συνταγματική νομιμότητα. Εάν δεν υπήρχαν οι νεοναζί θα έπρεπε να τους είχαμε εφεύρει για τα μαγνητίζοντα κάλλη της! Παρομοίως οι Χρυσοί Ασβοί από την στιγμή που αποτελούν αξιοσέβαστο εκλογικό ρεύμα της οχλοκρατίας ομνύουν στην νομιμότητα της Συνταγματικής πολιτείας. Όμοιος ομοίω αεί βελάζει! Η ομολογία πίστης στο Σύνταγμα είναι μια ανανεωμένη μόδα λαϊκισμού. Εκείνη που μπάζει σαν ξελιγωμένη ερωμένη από το παράθυρο τον Πρωτοφασισμό.[1] Όταν το εκλογικό σώμα αρνείται να στείλει στα σπίτια τους εκείνους που εικάζει ότι καταχράστηκαν τους αλλοτριωμένους κόπους του, τότε και οι δυσαρεστημένοι με το αποτέλεσμα αυτό θεωρούν πως έχουν κάθε δικαίωμα να φέρουν στο κοινοβουλευτικό αξίωμα πολιτικούς, ή ακόμη και μπράβους φαιών αποχρώσεων, που αμφισβητούν την νομιμότητα του εκλεγμένου κοινοβουλίου διότι αυτό δεν αντιπροσωπεύει την άμωμη Φωνή του Λαού όπως το Σύνταγμα προϋποθέτει.

Εάν ο κοινοβουλευτισμός, σαν βλακέντιος έφηβος, είναι καταδικασμένος να επαναλαμβάνει μονίμως τα ίδια λάθη και να σκοντάφτει στον εαυτό του, αυτό συμβαίνει επειδή δεν μπορεί ποτέ να απαλλαχθεί από τις μονότονες αντιφάσεις του. Η ομολογία πίστης στο δόγμα της Συνταγματικής νομιμότητας υπενθυμίζει με ειρωνεία ότι – τουλάχιστον στην Ελλάδα – η πεισματική και με υστερικό λαϊκισμό αυτοδικαίωση της κοινωνίας των εμπορευμάτων, ενώ στην πραγματικότητα ποτέ τους δεν υπήρξαν επ’ ουδενί λόγω αντικειμενικές συνθήκες για την επιβεβαίωσή της, είναι μία ιοβόλος αντίφαση.

 

[1] Ο όρος «Πρωτοφασισμός» έχει εισαχθεί αδόκιμα από τον Ουμπέρτο Έκο στον οποίο ο στοχαστής αναγνωρίζει δεκατέσσερα υπανάπτυκτα κοινωνικά χαρακτηριστικά. Ο Έκο ισχυρίζεται ότι αρκεί και μόνο η εκδήλωση ενός από όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ώστε να επιτρέψει στον Φασισμό να συμπτυχθεί γύρω του σαν πόλος.

Η διπλή ρίζα της Δημόσιας Χλεύης

στη μνήμη Βαγγέλη Γιακουμάκη

Σε κυριακάτικη έκδοση μεγάλης κυκλοφορίας, δημοσιεύτηκε έκθεση που πορίζεται πως το φαινόμενο της ενδοσχολικής βίας (που στην πράξη σημαίνει: παιδικές συμμορίες που επιτίθενται σαν αγέλες λύκων· εκβιαστές που απειλούν με δημόσιο εξευτελισμό τους συμμαθητές τους) έχει αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια. Ένα κοριτσάκι της τρίτης δημοτικού εξομολογήθηκε στην ερευνήτρια πως καθημερινά εύχεται να πεθάνει αλλά δεν βρίσκει το θάρρος να το τολμήσει. Η κοπέλα είχε απλώς λίγα περισσότερα κιλά αλλά ο ιδεολογικός παροξυσμός της “κανονικότητας” την εξωθούσε στο πυρ το εξώτερον διαμέσου της δημόσιας χλεύης. Ο Βαγγέλης Γιακουμάκης –κατά πάσα πιθανότητα– εξωθήθηκε στον θάνατο από μια γνωστή (άγνωστη) συμμορία νταήδων· τους επίσημους εκπροσώπους της «κανονικότητας», τους πραγματικούς πρεσβευτές του Ναζισμού.

Υπάρχει εδώ μια υπόγεια σύγκρουση δύο μορφών ιεραρχίας, όπως μας αποκάλυψε ο Αντόρνο. Η ψυχρή, θεσμική ιεραρχία του Νόμου, της αστικής λάμψης και του κοσμοπολιτισμού, κόντρα στη μικροπαρανοϊκή ιδεολογία της δύναμης, στην ημιμορφωμένη και μνησίκακη καθαρότητα της εθνικής ιδιαιτερότητας. Η άρρωστη κοινωνία των ενηλίκων αυτουργών, φοβούμενη τις συνέπειες μιας τελικής αναμέτρησης, μεταθέτει τη βία στο σχολείο μέσα από την καθημερινή ιδεολογική πλύση εγκεφάλου στα τέκνα της· κλώνοι γονέων. Στο προαύλιο, λοιπόν, λύνουν τις διαφορές τους οι δήθεν αντιτιθέμενες κοινωνικές δυνάμεις. Η επίσημη ιεραρχία της διανόησης, που θεμελιώνεται μέσω της επίδοσης, των σχολικών αξιολογήσεων και της αστικής αξιοκρατίας συγκρούεται με τη λανθάνουσα ιεραρχία του προαυλίου, βασισμένη διαχρονικά στην εθνικοσοσιαλιστική ρητορεία του “αντιδιανοουμενισμού”, που στόχο έχει την άρση κάθε αυτονομίας της εκπαίδευσης – και κατ’ επέκταση της κοινωνίας. Τα συνθήματα των παιδιών που “επιλέγουν” την ταύτιση θανάτου με τη ΧΑ στρέφονται ενάντια στην εκφυλισμένη αυθεντία των καθηγητών τους, που τους διδάσκουν τις “νοσηρές” ιδέες του κοσμοπολιτισμού και του εθνοσυγκριτισμού. Οι γροθιές τους, όμως, χτυπούν όσους από τους συμμαθητές τους θεωρούν αδύναμους: αλλοδαπούς, ομοφυλόφιλους, λιγάκι παχουλούς.

Κανένας μας δεν πρέπει να έχει αυταπάτες –πολύ δε περισσότερο, να γοητεύεται– από τη μία ή την άλλη μορφή ιεραρχίας. Ο μανιασμένος αγώνας επικράτησης που διεξάγουν είναι επίπλαστος. Κοινός τους εχθρός, η ανθρώπινη ελευθερία. Για αυτό και πολεμούν αιματηρά εκεί που η διανοητική διαμόρφωση έχει ακόμα ελπίδες να αναπνεύσει. Αν δεν αντιστρατεύσουμε τις δυνάμεις μας ενάντια και στις δυο κινδυνεύουμε να θάψουμε οριστικά κάθε ψήγμα κοινωνίας (δηλαδή οργανικής αλληλεγγύης και αξιοπρέπειας) ανάμεσα στην Σκύλλα και την Χάρυβδη: τον αγοραίο ανταγωνισμό και τη φυσική εξόντωση. Μόνο η ταυτόχρονη κατάργηση και των δύο μπορεί να αποτελέσει ανάχωμα στο σύγχρονο φασισμό. Δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ πως η επικράτηση του ισχυρότερου ήταν, και είναι, ο κοινός νόμος φασισμού και ελεύθερης αγοράς – με το Κράτος εγγυητή της αξιοκρατικής συνέχειάς τους. Ή όπως επισήμανε κάποτε ο Μαξ Χόρκχαϊμερ, όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό, καλύτερα είναι να σωπαίνει για τον φασισμό.

της σύνταξης #1

Σημείωμα της συντακτικής ομάδας #1

Σημειώματα και δοκιμές. Αυτή ήταν η πρόθεση μιας συντροφιάς που πριν λίγους μήνες αποφάσισε να ξεκινήσει αυτή την έντυπη προσπάθεια. Δυο είδη κειμένων σε ισορροπία: από τη μια τα δοκίμια, ενδελεχείς κατανοήσεις και κριτικές ανασυγκροτήσεις του εμπειρικού και θεωρητικού υλικού, και από την άλλη τα σημειώματα, προκηρύξεις και κραυγές σχολιασμού μιας μεσοπρόθεσμης επικαιρότητας. Ξεκινάμε σε καιρούς υποχώρησης όχι μόνο των κινημάτων αλλά και του νοήματος που η κραυγή ελευθερίας φέρει μέσα στην ιστορική σκηνή. Και με αυτό ως παρατήρηση μπορούμε να διατυπώσουμε τους λόγους που μας οδηγούν σε αυτή την επιλογή: είναι η επείγουσα ανάγκη μας να ψηλαφίσουμε κατανοήσεις εκτός και ενάντια της κυρίαρχης ιδεολογίας, να δημιουργήσουμε ένα βήμα ελεύθερου στοχασμού και διανοητικής ανταλλαγής, να κάνουμε κριτική στην σύγχρονη επιστήμη και στους μηχανισμούς της.

«Tο μεγάλο πρόβλημα είναι πως εδώ και χρόνια είμαστε όλο άρνηση και κριτική» είχε πει ο Θόδωρος Αγγελόπουλος το 2009. Η Athens Voice δεν παρέλειψε να κάνει τη φράση του μότο για τα social media. Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν είναι τελικά τι είμαστε αλλά τι νόημα δίνουμε σήμερα σε αυτές τις δύο λέξεις· ή αν προτιμάτε, τι κατάντησαν αυτές οι δυο λέξεις να σημαίνουν: η άρνηση ένα άγονο χωράφι και η κριτική μια απάνθρωπη περιχαράκωση – πουριτανική σχεδόν – απέναντι στη ζωντανή δημιουργία. Αν σήμερα λοιπόν επιδιώκουμε να ανοίξουμε ξανά πανιά με πλοηγό αυτούς τους δυο αστερισμούς ξέρουμε πως πρέπει να τους αναζητήσουμε ξανά χωρίς βέβαιο χάρτη.

Άρνηση και κριτική ως αφετηρία, ηθική στάση και μέθοδος, αστρολάβος ζωής. Σε μια εποχή που αρνείται τη λύτρωση η σκέψη δεν μπορεί παρά να αρνηθεί την εποχή, το άμεσα αντιμέτωπο, να παλέψει με τα γυμνά χέρια του λόγου. Τη στιγμή που τα τέρατα από το θρόνο της αυθεντίας εγκληματούν ανερυθρίαστα σε απευθείας μετάδοση, η κριτική οφείλει να ψάξει μέσα στο σκοτάδι την μικρή εκείνη κλωστή που κρέμεται στη φορεσιά του βασιλιά· το νήμα, απ’ το οποίο οι καταπιεσμένοι θα ξηλώσουν την τήβεννο της εξουσίας.

Άρνηση και κριτική, λοιπόν. Εμείς θα επιμείνουμε και στα δυο. Τι και αν ο οδοστρωτήρας της κατάφασης, έσχατος σαλπιστής του ολοκληρωτισμού, επιχειρεί να ποδοπατήσει οριστικά την άρνηση θάβοντας κάθε ελπίδα κάτω από το ογκώδες υπερεγώ της εποχή των νάρκισσων εκσυγχρονιστών, εμείς θα επιμείνουμε για μια ακόμα ανάσα στο κόσμο.